IconIconIconIcon

27.8.13

Ο ΜΕΛΙΓΑΛΑΣ, Ο ΓΡΑΜΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΤΥΜΒΟΡΥΧΙΕΣ

ΣΥΝΤΑΚΤΗΣ: Γεράσιμος Μιχ. Δώσσας

Πληθαίνουν τον τελευταίο καιρό οι τυμβωρυχικές προσεγγίσεις στις «ιερές οδύνες» του ελληνικού παρελθόντος. Είχαν πιστέψει πολλοί πως η Λήθη έσταξε το βάλσαμό της στις πληγές και πως η διαμάχη (που συνεχιζόταν στο ιστορικό πεδίο με το «Ητα διαζευκτικόν») είχε καταλαγιάσει στο πιο σημαντικό πεδίο της συμβίωσης των πρώην εμφύλιων αντιπάλων. Η πλάνη αποδεικνύεται τραγική. Οχι μόνο γιατί το παραμικρό άγγιγμα στα ευένδοτα σημεία προκαλεί πόνο, αλλά επειδή υπάρχει και εκδηλώθηκε αμφίπλευρη πρόθεση πολιτικής εκμετάλλευσης του πόνου και της μνήμης. Οι οδύνες επιχειρείται να γίνουν ωδίνες γέννησης «του νέου». Το «νέο» αυτό είναι παλιό. Τις εφαρμογές του στο παρελθόν τις έζησαν οι λαοί της Ευρώπης και άλλων ηπείρων. Ανάμεσά τους και οι Ελληνες. Με ιδιαιτερότητες, αλλά κοινό χαρακτηριστικό τη βία, την τρομοκρατία και τον αυταρχισμό. Αλλο αν βία και τρομοκρατία είτε ήρθαν στο ιστορικό προσκήνιο «επί κοθόρνων» εθνικού πατριωτισμού είτε προέκυψαν ως απροσδόκητο υποκατάστατο ιδεολογικών διακηρύξεων, επαναστατικού ζήλου και επαγγελιών κοινωνικής δικαιοσύνης.

Πόσο χαμηλής ποιότητας, ανάξιας για το επίπεδο κάποιων πραγματικών ιδεολόγων του κατά τα άλλα ανεξιλέωτου παρελθόντος, είναι η επισημαινόμενη προσπάθεια εμβρυουλκίας του (τόσο παλιού) «νέου», αποδεικνύεται από τα συνθήματα που επιλέχτηκαν για να τη σηματοδοτήσουν. Η μακάβρια επίκληση του Μελιγαλά από τη μια μεριά και η βέβηλη του Γράμμου από την άλλη βρίσκεται σε αντίθεση με τη γνήσια πατριωτική δεοντολογία της συμφιλιωτικής υπέρβασης που το έθνος οφείλει να ολοκληρώσει και κάποιοι μεγάλοι πολιτικοί του από τις δύο όχθες της αβύσσου προσπάθησαν να πραγματοποιήσουν -όσο κι αν σήμερα τους ρίχνουν στον Καιάδα της τάχα ανάταξης του πολιτικού συστήματος η άγνοια, η αφέλεια ή ο δόλος.

Μέσα στη δίνη της πολύπλευρης κρίσης που τυραννεί τη χώρα χρειάζεται και πάλι να βρεθούν οι πολιτικοί που θα μπορέσουν να βάλουν φραγμό στις δραστηριότητες των φανατικών, των ανίδεων και των ελαφρόμυαλων. Η νοσταλγία του Εμφυλίου, έτσι όπως εκδηλώνεται ακόμα και από πολιτικές δυνάμεις που έδειξαν ότι μπορούν και ξέρουν να συμπεριφέρονται με ιστορική υπευθυνότητα και να μην υποκύπτουν στις συναισθηματικές τους παρορμήσεις ή τις παροδικές πολιτικές σκοπιμότητες, είναι ανάγκη να αντιμετωπιστεί ως διαστροφή και εθνικός μαζοχισμός. Κάθε απόπειρα αναρρίπισης αυτής της νοσταλγίας από τους ανυποψίαστους για το τι κόλαση ήταν ο «Εμφύλιος Πόλεμος» πρέπει να χαλιναγωγηθεί από τους συνετούς που υπάρχουν -πρέπει να υπάρχουν- σε κάθε παράταξη. Αλλά και να παταχθεί με τις νόμιμες διαδικασίες από το έννομο κράτος, αν η σύνεση απουσιάσει και η τυμβωρυχία του οδυνηρού παρελθόντος για τωρινούς και μελλοντικούς σκοπούς συνεχιστεί.

Ως υστερόγραφο του σημερινού σημειώματος, ίσως είναι σκόπιμο να δοθεί μια εξήγηση για την έκφραση «Ήτα διαζευκτικόν» που χρησιμοποιήθηκε στην πρώτη παράγραφο. Προέρχεται από ένα στιχουργικό σχεδίασμα του γράφοντος, στην προσπάθειά του να αποδώσει με βάση τις μαθητικές του αναμνήσεις την εποπτική εικόνα του Εμφυλίου στο μήκος του χρόνου από τότε που διεξήγετο μέχρι την ιστορική έκβαση των συνεπειών του. Στο σχετικό απόσπασμα έγραφε:

«Απρίλιος ’49,/ Οι μυγδαλιές είχαν μεθύσει./ Ενα πολυβόλο ακούγονταν./ Κάποιον έτρωγε η νύχτα./ Οι μαθητές διαβάζουν ιστορία./ Οι στρατιώτες τη γράφουν./ Οι μαθητές γίνονται αντάρτες./ Οι μαθητές γίνονται στρατιώτες./ Γράφουν την ιστορία μες στη νύχτα/ με Ητα διαζευκτικόν/ στις δυο πλευρές της Αλεβίτσας/ στις δυο μεριές των βράχων της Αρένας […]».

«Εξήντα χρόνια. Με το ρολόι./ Εχουν γραφτεί οι ιστορίες όλες/ με Ητα διαζευκτικόν./ Εχουν μετρήσει οι ζωντανοί τους πεθαμένους/ με Ητα διαζευκτικόν./ Τώρα μετρούν οι πεθαμένοι/ τη λιτανεία των ζωντανών/ που στοιχηδόν παλιννοστούν/ στα Ταμεία Συντάξεως/ κι αυτοκτονούν ένας-ένας/ στα μονόστηλα των εφημερίδων […]».

Οσον αφορά δε τη συζήτηση για τις αγριότητες του Εμφυλίου (με κομμένα κεφάλια και ομαδικούς τάφους) που έγινε στον αθηναϊκό Τύπο μεταξύ ανθρώπων νεότερων ηλικιών (που άκουσαν ή διάβασαν, δεν είδαν και δεν «έζησαν» τις αγριότητες), ίσως αξίζει να παρατεθεί ένα άλλο απόσπασμα από το ίδιο στιχουργικό σχεδίασμα (με τον τίτλο «Δέκα λεπτά με το ρολόι»), που έχει ως εξής:

«Δέκα λεπτά στην Αγορά Μοδιάνο/για μια παραγγελία πρωινού/ με κρέατα κι αποφορές/και με λεπτούς ευώδεις μίσχους κοριτσιών/ που κατεβαίνουν την Αριστοτέλους/ ντυμένα μ’ ένα σύννεφο χρυσόσκονη/ απ’ τα εωθινά τινάγματα του Μάη/ κι από τις αντηλιές της Αλεβίτσας/ και τους κεκοιμημένους βράχους της Αρένας/ ένα γλυκό απομεσήμερο/ που αποξεχάστηκαν οι στρατηγοί/ κι έκανε ανακωχή ο Γράμμος.// […]. «Δέκα λεπτά με το ρολόι στην Αγορά Μοδιάνο./Τα κορίτσια κάνουν παρέλαση/ με τα ξίφη φωτός του Σκαρίμπα./ Αφήνουν πίσω στις βραγιές/τους εφτά πέπλους της αγρύπνιας/απ’ τους θαλάμους της Διλοχίας Νεοσυλλέκτων/να σχηματίζουν αψίδες θριάμβου/στις εκβολές της Αριστοτέλους.//Συννεφάκια-όνειρα ανάερα/απ’ τις βαριές τις μυρωδιές των μαθητών/του γεραρού και παλαίφατου/ Οικοτροφείου των Αρρένων /ταξιδεύουν ξανά κι αναπαύονται/στα ανυπεράσπιστα γόνατα/νεαρής και ανύποπτης/

κλασικής φιλολόγου/που δίδασκε συμφιλείν έφυν/με κάτωχρα χείλη/και ράντιζε τις σελίδες της Αντιγόνης/με το ύδωρ αάατον των ματιών της/για τα εφτά κεφάλια των ανταρτών/με τα μουστάκια εν σειρά παραγωγής/στην εβδομαδιαία Αγορά του Τσοτυλίου/και τους εννιά μεληδόν κατακείμενους/εθελοντές χωροφύλακες/άταφους ακόμη/στο Ημερολόγιο του Γιαννούλη. […]».

Και σήμερα στην Ελλάδα παίζεται το αρχαίο παιχνίδι που παραστατικά περιέγραψε ο Σοφοκλής. Ηταν τα λόγια γραμμένα στους τοίχους του ιστορικού Γυμνασίου-Οικοτροφείου Τσοτυλίου, κατ’ έμπνευση του Γυμνασιάρχου Κων. Ρηγοπούλου. Ενώ εμαίνετο ο Εμφύλιος, οι μαθητές διδάσκονταν πάνω στην αντίθεση των λόγων του Κρέοντα «Ούτοι ποθ’ ουχθρός ουδ’ όταν θάνη φίλος» (ακόμα κι όταν πεθάνει ο εχθρός δε γίνεται φίλος) και της απάντησης της Αντιγόνης «Ούτοι συνέχθειν αλλά συμφιλείν έφυν» (γεννήθηκα για ν’ αγαπώ κι όχι να μισώ) τη δικαίωση της Αντιγόνης ακόμα και στο θάνατό της. Ετσι έπλαθαν τα σύμβολα της ζωής τους. Αυτά τα σύμβολα πρέπει να κατισχύσουν στην πατρίδα μας. Οσο κι αν ο προ Μακιαβέλι μακιαβελικός κυνισμός του Κρέοντα θεωρείται ως ρεαλισμός της Εξουσίας, ο προ Χριστού χριστιανικός ανθρωπισμός της Αντιγόνης αποτελεί το στέρεο έδαφος για τη ζωή, την πρόοδο και την ευημερία των λαών. Στην περίπτωσή μας, η συμφιλίωσή μας πάνω στη γραμμή του εθνικού στρατηγικού σκοπού «Ανάπτυξη, Δημοκρατία και Κοινωνική Δικαιοσύνη» μπορεί να υπερβεί τις τακτικές μας αντιθέσεις και να καταστήσει περιττές και ανούσιες τις επιχειρούμενες τυμβωρυχίες.
 
ΠΗΓΗ: agelioforos.gr